
Ολοένα και περισσότερο αναπτύσσεται η καλλιέργεια ρυζιού στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, αφού αυξάνονται οι παραγωγοί και οι εκτάσεις.
Εξάγονται τα 2/3 της παραγωγής
Την υψηλή ποιότητα του ελληνικού ρυζιού δείχνουν να προτιμούν και οι χώρες του εξωτερικού, προορισμός των 2/3 της συνολικής παραγωγής.
«Το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγής καλύπτει τις εγχώριες ανάγκες και τα υπόλοιπα δυο τρίτα κατευθύνονται για εξαγωγές» είπε ο κ. Αρναουτέλης.
Κύριος προορισμός του ελληνικού ρυζιού στις διεθνείς αγορές είναι οι χώρες της Λεκάνης της Μεσογείου, η Πολωνία, η Τουρκία αλλά και κυρίως, τα κράτη της Μέσης Ανατολής.
Τα προβλήματα
Όπως είναι λογικό, δεν είναι όλα ρόδινα για τον κλάδο ο οποίος εκτός από την έλλειψη νερού, είναι οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν κατά τη διάρκεια της συγκομιδής του τελικού προϊόντος.
Ζήτημα είναι επίσης και η τιμή του. «Το προϊόν αυτό είναι χρηματιστηριακό. Έχουμε να ανταγωνιστούμε παραδοσιακές χώρες στην καλλιέργεια ρυζιού, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, κάτι το οποίο δεν είναι εύκολο» σημείωσε.
Ένα ακόμη θέμα, σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ρυζιού είναι η αυστηρότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά στη χρήση των φυτοφαρμάκων. «Η Ε.Ε. είναι αυστηρή με τη διασφάλιση ποιότητας των τροφίμων και με τα φυτοφάρμακα. Για αυτό και επιθυμεί οι παραγωγοί να χρησιμοποιούν πιο “light” φυτοφάρμακα για την καταπολέμηση των παρασίτων στις παραγωγές τους» επισήμανε ο κ. Αρναουτέλης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Και συνέχισε «αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χρειάζονται μεγαλύτερες ποσότητες φυτοφαρμάκων, να αυξάνεται το κόστος για τους αγρότες και παράλληλα να μειώνεται και η παραγωγή τους. Εάν δεν χρησιμοποιηθούν πιο αποδοτικά φυτοφάρμακα, τότε η παραγωγή πέφτει».
Τέλος, ο ίδιος, μιλώντας για τη σύσταση της Διεπαγγελματικής για το Ρύζι, υπογραμμίζει ότι είχε ως αποτέλεσμα «να έχουν έρθει πιο κοντά η παραγωγή με τη μεταποίηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθόμαστε μαζί, να προσπαθούμε να βρίσκουμε λύσεις στα προβλήματα που έχουμε. Επιπλέον, προσπαθούμε μέσω προγραμμάτων να βάλουμε το ελληνικό ρύζι σε νέες, πιο κερδοφόρες αγορές».


