Μικρή χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων ενέκρινε την Τετάρτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφενός για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και αφετέρου για την ενεργειακή μετάβαση και την απεξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες. Εν μέσω του ενεργειακού σοκ που προκάλεσαν ο πόλεμος στο Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η Κομισιόν άναψε το πράσινο φως στις κυβερνήσεις των «27» για να αυξήσουν τις δαπάνες τους κατά 0,3% του ΑΕΠ ετησίως, δίνοντας μια διασταλτική ερμηνεία στην έννοια των αμυντικών δαπανών.
Εν προκειμένω «αμυντικές» βαπτίζονται δαπάνες των νοικοκυριών για την αντικατάσταση λεβήτων καλοριφέρ, για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας ή ηλιακών συλλεκτών, ακόμα και για την αντικατάσταση οχημάτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης με ηλεκτροκίνητα οχήματα. Τα μέτρα προϋποθέτουν μια παρέκκλιση από τους αυστηρούς κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, «νομιμοποιώντας» εκ των υστέρων μέτρα που ήδη εφαρμόζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για να βοηθήσουν τα νοικοκυριά να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή κρίση.
«Προσωρινά και στοχευμένα»
Ο αρμόδιος για θέματα Οικονομίας επίτροπος Βάλντις Ντομπρόβσκις ανακοίνωσε ότι η Κομισιόν αποφάσισε να εξαιρεθούν κρατικές ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί ή θα χορηγηθούν προς τους πολίτες και οι οποίες φθάνουν έως το 0,3% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος κάθε χώρας ετησίως, με συνολική επιβάρυνση έως 0,6% έως το έτος 2028.
Ουσιαστικά ο Ντομπρόβσκις και η Κομισιόν ενέκριναν και θεώρησαν ως αμυντικές τις «έκτακτες και στοχευμένες» δαπάνες που έκαναν από το Φεβρουάριο οι εθνικές κυβερνήσεις για να επιδοτήσουν τον επανεξοπλισμό των νοικοκυριών με φιλικότερες προς το περιβάλλον και λιγότερο ενεργοβόρες συσκευές. Στις δαπάνες για τις οποίες η ΕΕ έδωσε συγχωροχάρτι συμπεριλαμβάνονται και τα φορολογικά και άλλα κίνητρα που χορήγησαν κάποιες εθνικές κυβερνήσεις για την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων.
Δυσαρεστημένη η Μελόνι
Αυτή η «περιορισμένη και έκτακτη» προσαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων δεν έγινε με ικανοποίηση δεκτή από την Ιταλία, καθώς «η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι είχε ζητήσει να εξαιρεθούν όλα τα εξαιρετικά μέτρα που έλαβαν τα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης», όπως μεταδίδει το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP).
Το AFP διευκρινίζει ότι συγκεκριμένα η Ιταλία μείωσε τους φόρους στα καύσιμα σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις ανατιμήσεις στη βενζίνης και στο ντίζελ, ένα μέτρο του οποίου η επιβάρυνση όντως θα διαγραφεί και δεν θα ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό του δημοσιονομικού της ελλείμματος. Η Μελόνι, ωστόσο, θα επιθυμούσε πιο γενναία δημοσιονομική ελάφρυνση με τη συμπερίληψη και άλλων μέτρων που έλαβε ή σκέπτεται να λάβει παρά τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα δημοσιονομικά της (είχε έλλειμμα 3,1% του ΑΕΠ το 2025 και δημόσιο χρέος 137,1%).
«Από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η Επιτροπή έχει απορρίψει οποιαδήποτε γενική χαλάρωση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υποστηρίζει τη λήψη προσωρινών και στοχευμένων μέτρα στήριξης στους Ευρωπαίους πολίτες», σημειώνει το AFP.
Η απειλή της ύφεσης
Η απόφαση της Κομισιόν για συγκρατημένη δημοσιονομική χαλάρωση στις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ συνέπεσε με την ανακοίνωση νέων προβλέψεων από τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και την Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), ο οποίος δεν απέκλεισε μια ύφεση σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί.
Η οικονομική επιβράδυνση βρίσκεται ήδη εν εξελίξει, κατά τον ΟΟΣΑ. Ο νέος επικεφαλής οικονομολόγος του Οργανισμού Στέφανο Σκαρπέτα κατά την έναρξη της ετήσιας υπουργικής συνόδου στην έδρα του ΟΟΣΑ στο Παρίσι τόνισε ότι «η εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή παραμένει αβέβαιη, αλλά οι οικονομικές της συνέπειες πιθανότατα θα γίνουν αισθητές για κάποιο χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά την επίλυσή της».
16 ευάλωτες οικονομίες
Το κεντρικό συμπέρασμα των ειδικών του Οργανισμού είναι πως, ό,τι και να συμβεί, μια επιβράδυνση στην παγκόσμια οικονομία είναι αναπόφευκτη, όπως αναπόφευκτες είναι οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές καταναλωτή. Στο καλό σενάριο του σύντομου τερματισμού του πολέμου στη Μέση Ανατολή και με βάση μια μέση του αργού στα 92 δολάρια το βαρέλι εφέτος και στα 80 δολάρια το 2027, η παγκόσμια αύξηση του ΑΕΠ υπολογίζεται στο 2,8% φέτος και στο 3,4% το 2027.
«Συνολικά 16 οικονομίες θα έχουν εφέτος χαμηλότερη από την προβλεπόμενη ανάπτυξη τουλάχιστον κατά 0,3%», είπε ο Σκαρπέτα. Ειδικότερα οι οικονομίες των 19 κρατών-μελών της Ευρωζώνης προβλέπεται να αναπτυχθούν μόλις κατά 0,8% το 2026. Στη Γερμανία και στη Γαλλία προβλέπεται ανάπτυξη 0,7% με τις αυξανόμενες τιμές ενέργειας να απειλούν με περαιτέρω εκτροχιασμό.
Τα ίδια και με μεγαλύτερο βαθμό επικινδυνότητας ισχύουν και για την Ιταλία, όπου αναμένεται εφέτος μικρή αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,5%. Από τις μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης μόνο η ισπανική μοιάζει να αντέχει στην κρίση, με προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ της κατά 2,2% εφέτος.
Ταυτόχρονα ο ΟΟΣΑ προβλέπει εκτίναξη του πληθωρισμού στο 4% εφέτος στις χώρες του ομίλου G20 από 3,4% το 2025, διατηρώντας επιφυλάξεις για ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό αν δεν υποχωρήσουν οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων.


