
Ο 49χρονος Αργύρης Μπαϊρακτάρης είναι ένας από τους τελευταίους κτηνοτρόφους που εξακολουθούν να διασχίζουν πεζοί τη χώρα με τα κοπάδια τους, όπως έκαναν και οι πρόγονοί τους επί αιώνες. Ανήκει στους περίπου 3.000 μετακινούμενους κτηνοτρόφους που συνεχίζουν ακόμη την παράδοση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, με τους 1.500 από αυτούς να αλλάζουν νομό, περπατώντας για περισσότερες από δέκα ημέρες. Από το σύνολο αυτό, οι 200 προέρχονται από τη Δυτική Μακεδονία, το 80% από τη Θεσσαλία, ενώ ο ίδιος διανύει κάθε χρόνο τη διαδρομή από τον Αυγερινό στον Τύρναβο μέσα σε 12 ημέρες. «Όταν υπήρχαν περισσότερα κοπάδια, ήταν καλύτερες και οι σοδειές των μελισσοκόμων», αναφέρει. Οι μέλισσες όπως μας λέει, «δεν έχουν συμφέρον, έχουν ένστικτο. Πηγαίνουν εκεί που η φύση είναι ζωντανή. Εκεί που υπάρχει βόσκηση, ανακύκλωση ύλης, φως και χώρος ανοιχτός. Εκεί φτιάχνουν το καλύτερο μέλι». Ο κόσμος αυτός «δεν είναι γραφικός», ξεκαθαρίζει και εξηγεί «είναι σύνθετος, λειτουργικός, αρχαίος και έξυπνος. Ένα οικοσύστημα συμβίωσης: άνθρωποι, ζώα, φύση, καθένας στον ρόλο του, όχι απέναντι, αλλά μαζί». Ο Αργύρης ανησυχεί για το μέλλον. Οι νέοι δεν έρχονται στο επάγγελμα. Από τους 15.000 μετακινούμενους κτηνοτρόφους της δεκαετίας του ’60, σήμερα έχουν απομείνει λιγότεροι από 3.000. Οι οικονομικές δυσκολίες, η γραφειοκρατία και το υψηλό κόστος των μετακινήσεων έχουν μειώσει σημαντικά τον αριθμό των κτηνοτρόφων, ενώ η ανησυχία για το αν η παράδοση θα επιβιώσει μεγαλώνει καθημερινά. «Χωρίς στήριξη, χωρίς λύσεις για τις ανάγκες μας, η μετακινούμενη κτηνοτροφία δεν έχει μέλλον», λέει με αποφασιστικότητα. Οι κτηνοτρόφοι ζητούν πρακτική στήριξη: δρόμους πρόσβασης, φορολογικά κίνητρα, και κυρίως σεβασμό στην πραγματική δουλειά που κάνουν. Χαρακτηρίζοντας την μετακινούμενη κτηνοτροφία πανάρχαιη και απολύτως ελληνική, μας εξηγεί ότι δεν πρόκειται για μια πρακτική που δεν ξεκίνησε χθες, ούτε πριν έναν ή δύο αιώνες, αλλά συνοδεύει την ύπαιθρο της Ελλάδας από τότε που υπάρχουν κοπάδια και βουνά. Το σύστημα βασίζεται στην εποχική μετακίνηση κοπαδιών, από τα πεδινά χειμαδιά τον χειμώνα, στα ορεινά βοσκοτόπια το καλοκαίρι. Και δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική επιβίωσης. Πρόκειται για έναν ρυθμό ζωής, που συγχρονίζεται με τις εποχές, τη φύση, τη γη. Οι παλιές στράτες, όπως μας λέει, δεν ήταν απλοί δρόμοι, αλλά διάδρομοι πολιτισμού. Και αν κάποιος νομίζει πως είναι μόνο θέμα οικονομίας, «κάνει λάθος», υπογραμμίζει εμφατικά. Η μετακινούμενη κτηνοτροφία «είναι κομμάτι της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Είναι η αόρατη γέφυρα που ενώνει τον άνθρωπο με το τοπίο, η μνήμη σε κίνηση. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μια ξεπερασμένη πρακτική, αλλά για μια ζωντανή απόδειξη ότι μπορείς να ζεις με τη φύση, όχι εναντίον της», σημειώνει. Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕΠοια η σύνδεση της μετακινούμενης κτηνοτροφίας με το μέλι;
Η κρίση και το μέλλον της μετακινούμενης κτηνοτροφίας
Στράτες και Χειμαδιά: Το αρχέγονο οδοιπορικό που κρατά ζωντανή τη γη
