Ολοκληρωμένο σχέδιο ενίσχυσης των μέτρων βιοασφάλειας για την αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων δρομολογεί η κυβέρνηση, μετά τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε υπό τον Πρωθυπουργό με τη συμμετοχή του υπουργο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Κώστα Τσιάρα, του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας κ. Δημήτρη Κουρέτα και του προέδρου της Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς, κ. Χαράλαμπος Μπιλλίνη. Στο επίκεντρο βρέθηκε η ανάγκη αυστηρότερης εφαρμογής των ελέγχων, η ενίσχυση της συνεργασίας κράτους – Περιφερειών και η διασφάλιση της βιωσιμότητας της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Όπως δήλωσε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Κώστας Τσιάρας, η συζήτηση επικεντρώθηκε τόσο στην επιδημιολογική εικόνα της νόσου όσο και στα μέτρα που απαιτούνται για τον περιορισμό και την οριστική εκρίζωσή της. «Το επόμενο χρονικό διάστημα θα ενταθούν ακόμη περισσότερο τα μέτρα βιοασφάλειας, με συγκεκριμένες κατευθύνσεις και στενή συνεργασία της πολιτείας με τις Περιφέρειες και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη», υπογράμμισε, κάνοντας λόγο για συστηματικούς ελέγχους και παρεμβάσεις σε πραγματικό χρόνο.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η τρέχουσα εικόνα της νόσου εμφανίζεται συγκρατημένα βελτιωμένη. «Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο χαμηλότερο σημείο της καμπύλης, με πολύ μικρό αριθμό κρουσμάτων, σχεδόν ίδιο με πέρυσι την ίδια περίοδο», σημείωσε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η εικόνα αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, που περιορίζουν τη μετάδοση. Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, τα μέτρα θα πρέπει να ενισχυθούν άμεσα, ώστε μέχρι το καλοκαίρι να έχει επιτευχθεί ουσιαστικός έλεγχος και εξάλειψη της νόσου.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Ο κ. Τσιάρας επεσήμανε ότι η αποτελεσματικότητα των μέτρων εξαρτάται από τον συντονισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, των υπηρεσιών των Περιφερειών και των ίδιων των κτηνοτρόφων, ενώ καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν και οι εντατικοί έλεγχοι από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στο πλαίσιο ενός επικαιροποιημένου και αυστηρότερου νομοθετικού πλαισίου.
«Πρόκειται για ζήτημα τεράστιας εθνικής σημασίας», υπογράμμισε ο υπουργός, συνδέοντας άμεσα την αντιμετώπιση της νόσου με τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της χώρας και την προστασία των ελληνικών εξαγωγών. Όπως σημείωσε, προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η φέτα, αποτελούν βασικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας και της περιφερειακής ανάπτυξης, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη θωράκιση της κτηνοτροφίας απέναντι σε ζωονόσους.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να κινηθεί προληπτικά ενόψει της θερμής περιόδου, όταν αυξάνεται ο κίνδυνος εξάπλωσης, επενδύοντας τόσο στην αυστηροποίηση των ελέγχων όσο και στην ενεργό συμμετοχή των παραγωγών στην εφαρμογή των κανόνων βιοασφάλειας. Στόχος, όπως ξεκαθαρίστηκε στη σύσκεψη, δεν είναι απλώς ο πρόσκαιρος περιορισμός των κρουσμάτων, αλλά η οριστική εκρίζωση της νόσου και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας του ελληνικού κτηνοτροφικού τομέα.
Δημήτρης Κουρέτας, Περιφερειάρχης Θεσσαλίας: Είχαμε μια πολύ καλή συζήτηση με τους Περιφερειάρχες και τους Υπουργούς για να υπάρχει ένας συντονισμός ενόψει της περιόδου που έρχεται, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την ευλογιά. Αυτό που απασχολεί, αυτή τη στιγμή, πολύ και την κυβέρνηση και εμάς είναι πώς θα γίνει η αναπλήρωση του ζωικού κεφαλαίου. Δηλαδή, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κανονισμό αυτή τη στιγμή δεν μπορεί κάποιος να φέρει ζώα που του έχουν θανατωθεί, γιατί υπάρχει ευλογιά, οπότε πρέπει να δούμε πώς θα γίνει αυτή η ανασύσταση. Θα γίνει την επόμενη εβδομάδα αυτή η κουβέντα, διότι μας απασχολεί όλους, κι εμάς και την κυβέρνηση, η αναπλήρωση του ζωικού κεφαλαίου. Αυτοί οι άνθρωποι, δηλαδή, να μην φύγουν από το επάγγελμα. Αυτή είναι όλη η συζήτηση, πώς θα μπορέσουμε να στηρίξουμε την κτηνοτροφία.
Χαράλαμπος Μπιλλίνης, Πρόεδρος Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς – Καθηγητής Ιολογίας και Ιογενών νοσημάτων και Πρύτανης Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Συζητήσαμε με τους Περιφερειάρχες που έχουν τα περισσότερα κρούσματα αυτή την περίοδο και το μήνυμα που δώσαμε ήταν ένα και μοναδικό: αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας. Αν καταφέρουμε να τα εφαρμόσουμε σε ένα ποσοστό πάνω από 90%, θα εξαλείψουμε το νόσημα. Αυτή τη στιγμή το νόσημα, λόγω του καιρού και λόγω των μέτρων, έχει μια μεγάλη κάμψη και τους επόμενους δυόμιση μήνες είναι η χρυσή ευκαιρία να μπορέσουμε να εξαλείψουμε το νόσημα από τη χώρα.

