
Έντονος προβληματισμός επικρατεί στους παραγωγούς σκληρού σιταριού της Ροδόπης, αλλά και σε άλλες περιοχές, καθώς οι φετινές αποδόσεις βρίσκονται αισθητά χαμηλότερα από τις προσδοκίες. Την ίδια ώρα, το υψηλό κόστος παραγωγής αφήνει, σε πολλές περιπτώσεις, αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Ο έμπειρος παραγωγός από την Κομοτηνή, Σταύρος Κοσουτζής, περιγράφει μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά, αποδίδοντας τις χαμηλές αποδόσεις στις έντονες βροχοπτώσεις του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου. «Οι πολλές βροχές φούσκωσαν τα ποτάμια και ουσιαστικά έγιναν ένα με τα χωράφια. Δεν μπορέσαμε να κάνουμε τη σωστή κατεργασία του εδάφους λόγω έλλειψης ρευστότητας, ενώ πολλοί παραγωγοί δεν είχαν τα χρήματα ούτε για τα πετρέλαια. Όλα αυτά επηρέασαν την καλλιέργεια», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, στη Ροδόπη ο μέσος όρος για φροντισμένα χωράφια φτάνει φέτος περίπου στα 350 κιλά ανά στρέμμα, ενώ ο ίδιος κινείται γύρω στα 300 κιλά. Παρότι υπάρχουν εξαιρέσεις με καλύτερες αποδόσεις, η γενική εικόνα στην περιοχή είναι αισθητά πιο χαμηλά.
Το οικονομικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι απογοητευτικό. «Τα καλλιεργητικά έξοδα έφτασαν περίπου στις 8.000 ευρώ, άλλα 2.000 ευρώ ήταν τα ενοίκια των χωραφιών και ακόμη 2.000 ευρώ κόστισαν τα αλωνιστικά. Από την πώληση των σιταριών πήρα περίπου 6.000 ευρώ. Ουσιαστικά μπαίνω μέσα κατά 6.000 ευρώ», τονίζει.
Στο μέτωπο της αγοράς, ο Χρήστος Σιδερόπουλος από τη Λάρισα αναφέρει ότι οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται σήμερα στα 20 έως 22 λεπτά το κιλό, επίπεδα που δεν επαρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος παραγωγής. Παράλληλα, επισημαίνει ότι σε αρκετές περιοχές συνεχίζει να δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα η αγριοβρώμη, η οποία επηρέασε αρνητικά πολλές καλλιέργειες.
Άλλος παραγωγός από τη Λάρισα αναφέρει ότι οι αποδόσεις παρουσιάζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις, ανάλογα με το χωράφι, τις καιρικές συνθήκες και τις καλλιεργητικές φροντίδες που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν λείπουν και χωράφια με ιδιαίτερα υψηλές παραγωγές.
Στην περιοχή των Σοφάδων Καρδίτσας, ο παραγωγός Αποστόλης Εκίζογλου κάνει λόγο για αποδόσεις που κυμαίνονται μεταξύ 400 και 500 κιλών ανά στρέμμα, επιβεβαιώνοντας ότι η φετινή χρονιά δεν εξελίχθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις παραγωγικές ζώνες της χώρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η έλλειψη ρευστότητας ως αποτέλεσμα και της κατάστασης με τις πληρωμές, αναγκάζει παραγωγούς που τέτοια εποχή αποθήκευαν σιτάρι, να δίνουν τώρα μέρος της σοδειάς, για να καλύψουν τρέχουσες ανάγκες.
Παρά τις τοπικές διαφοροποιήσεις, οι περισσότεροι παραγωγοί συμφωνούν ότι το υψηλό κόστος παραγωγής, σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές και τις μειωμένες αποδόσεις σε αρκετές περιοχές, περιορίζει σημαντικά το εισόδημα των σιτοκαλλιεργητών και εντείνει την αβεβαιότητα για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

