Σε αρκετές γωνιές της χώρας βλέπει κανείς ελαιόδεντρα, κυρίως ελιάς ελαιοποιήσιμης, να έχουν μείνει ασυγκόμιστα, όχι επειδή χάθηκε το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια, αλλά επειδή η πράξη βγαίνει όλο και πιο δύσκολη.
Τα πιο απομακρυσμένα κομμάτια γης, σε νησιά ή σε πλαγιές που δεν πλησιάζονται εύκολα, είναι συνήθως τα πρώτα που μένουν πίσω. Για να μπεις εκεί θέλεις εργάτες, χρόνο, μεταφορικά, μηχανήματα που πολλές φορές δεν φτάνουν καν στο χωράφι. Κι όταν όλα αυτά κοστίζουν περισσότερο απ’ όσο τελικά θα πληρωθεί ο καρπός, η απόφαση εγκατάλειψης, όσο πικρή κι αν είναι, μοιάζει αναπόφευκτη.
Παράλληλα υπάρχει κι ένα δεύτερο “αγκάθι”. Κάποια από αυτά τα κτήματα ανήκουν σε ανθρώπους που δεν τα καλλιεργούν οι ίδιοι, καθώς ζουν στις πόλεις και ζητούν ενοίκια ή ποσοστά που ο επαγγελματίας παραγωγός δεν μπορεί να “σηκώσει”. Έτσι δεν τα αναλαμβάνει κανείς, τα χωράφια μένουν αδούλευτα και σιγά σιγά υποβαθμίζονται. Μαζί τους κινδυνεύουν και τα διπλανά λιοστάσια, γιατί ένα παρατημένο χωράφι γεμίζει αγριόχορτα, έντομα και ασθένειες που δεν γνωρίζουν… σύνορα ιδιοκτησίας.
Την ίδια στιγμή ο ελαιοκομικός κόσμος νιώθει συχνά ότι παλεύει μόνος του. Το κόστος για καύσιμα, λιπάσματα και εργατικά έχει ανέβει αισθητά τα τελευταία χρόνια, ενώ τα διαθέσιμα χέρια λιγοστεύουν. Δεν είναι ότι το λάδι δεν έχει ζήτηση, είναι ότι η διαδρομή από το δέντρο μέχρι το ράφι γίνεται όλο και πιο ακριβή και αβέβαιη. Η δε πολιτεία, όχι μόνο δε βοηθά, αλλά αντίθετα, όπως μας λένε παραγωγοί, δημιουργεί διαφόρων ειδών θέματα και δυσχέρειες κατά διαστήματα.
Όταν πέρσι και πρόπερσι οι τιμές παραγωγού του ελαιολάδου ανέβηκαν, το θέμα πήρε τεράστια δημοσιότητα, σχεδόν σαν να είχε βρεθεί ο βασικός “υπεύθυνος” για την ακρίβεια. Στην πράξη όμως το λάδι ήταν μόνο ένα κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ. Η γενική άνοδος τιμών είχε ξεκινήσει από ενέργεια, μεταφορές, πρώτες ύλες κι απλώς το ελαιόλαδο, επειδή είναι τόσο βασικό προϊόν για τα ελληνικά νοικοκυριά, φάνηκε πιο έντονα.
Τώρα που οι τιμές του λαδιού έχουν διορθώσει προς τα κάτω, δεν είδαμε ξαφνικά να φθηναίνουν όλα τα υπόλοιπα. Το καλάθι του σούπερ μάρκετ παραμένει βαρύ, οι λογαριασμοί πιέζουν, άρα γίνεται φανερό ότι η ακρίβεια δεν είχε μία μόνο πηγή. Για τον παραγωγό μάλιστα η πτώση της τιμής είναι καταστροφική, γιατί συχνά σημαίνει ότι πουλάει φθηνότερα, ενώ τα έξοδά του μένουν ψηλά, σε συνδυασμό δε με την καθυστέρηση στις επιδοτήσεις, ή την μη πληρωμή τους, δημιουργούν ως συνθήκες, ένα “εκρηκτικό” κοκτέιλ΄.
Κάπως έτσι, ο αγρότης δυσκολεύεται να βγάλει κέρδος και ενδιάμεσα μένουν χωράφια ακαλλιέργητα. Χωρίς λύσεις για την έλλειψη εργατών, χωρίς κίνητρα για να αξιοποιηθούν τα δύσκολα και μικρά κτήματα και χωρίς μια πιο σταθερή πολιτική στήριξης, η εικόνα αυτή δύσκολα θα αλλάξει.
Με άλλα λόγια, η πτώση στην τιμή του ελαιολάδου από μόνη της δεν έλυσε το πρόβλημα της ακρίβειας. Απλώς έφερε βάρος στον παραγωγό, αφήνοντας άθικτες τις βαθύτερες αιτίες που κάνουν την αγροτική παραγωγή και την καθημερινή ζωή ολοένα και πιο απαιτητικές.

