Με περιορισμένα αποθέματα και ελαφρώς βελτιωμένες τιμές πώλησης ξεκίνησε η φετινή εμπορική σεζόν για την ελληνική κομπόστα ροδάκινου. Ωστόσο, η αύξηση του κόστους παραγωγής, οι υψηλές ενεργειακές δαπάνες και η συγκρατημένη κατανάλωση εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις στις επιχειρήσεις του κλάδου. Όπως επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της Venus Growers, Στέλιος Θεοδουλίδης, οι τιμές της κομπόστας εμφανίζουν βελτίωση που συνδέεται με την ακριβότερη πρώτη ύλη, χωρίς όμως να αντισταθμίζουν πλήρως τις επιβαρύνσεις. Την ίδια ώρα, η φετινή συγκομιδή συμπύρηνων ροδάκινων ήταν αυξημένη σε όγκο, αλλά παρουσίασε σημαντικές ποιοτικές δυσκολίες από τα μέσα Αυγούστου και μετά.

Ελαφρώς καλύτερες τιμές, αλλά το κόστος παραμένει υψηλό
Η μικρή άνοδος στις τιμές πώλησης της κομπόστας συνδέεται με την αύξηση της τιμής των συμπύρηνων ροδάκινων, η οποία διαμορφώθηκε φέτος κατά 2 λεπτά το κιλό υψηλότερα, δηλαδή κατά περίπου 5%-6%. Η βελτίωση αυτή, ωστόσο, δεν επαρκεί για να καλύψει τις αυξήσεις στις πρώτες ύλες, στα εργατικά και κυρίως στην ενέργεια, το κόστος της οποίας ενισχύθηκε σημαντικά από τον Αύγουστο και μετά.
Αυξημένη παραγωγή, με ποιοτικές δυσκολίες μετά τις 15 Αυγούστου
Ο όγκος της παραγωγής συμπύρηνων ροδάκινων εκτιμάται ότι κινήθηκε μεταξύ 300.000 και 330.000 τόνων, σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η συγκομιδή, όμως, δεν εξελίχθηκε ομοιόμορφα. Από τα μέσα Αυγούστου, η απότομη ωρίμανση μεγάλων ποσοτήτων φρούτων δυσκόλεψε τη διαχείριση από τη βιομηχανία, οδηγώντας στην αποθήκευση και κατάψυξη μέρους της παραγωγής για μεταγενέστερη επεξεργασία, με συνέπεια να προκύψουν ποιοτικά προβλήματα.
Συγκρατημένες ποσότητες στις πωλήσεις
Παρότι η εμπορική ροή χαρακτηρίζεται μέχρι στιγμής ομαλή, οι επιχειρήσεις διαπιστώνουν συγκράτηση στις ποσότητες που διακινούνται. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα, διατηρεί την αβεβαιότητα για την πορεία της αγοράς και την τελική αποδοτικότητα της φετινής περιόδου.
Στο 17% ο δασμός για τις εξαγωγές στις ΗΠΑ
Θετική εξέλιξη για τον κλάδο αποτελεί η επαναφορά του δασμού στις εξαγωγές κομπόστας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στο 17%, από το 27% στο οποίο είχε προηγουμένως αυξηθεί. Η αμερικανική αγορά απορροφά περίπου το 20% των ελληνικών εξαγωγών κομπόστας κάθε χρόνο, γεγονός που καθιστά τη μεταβολή σημαντική για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Υποχώρηση στον τζίρο και την κερδοφορία της Venus Growers
Οι πιέσεις στις τιμές και η μεγάλη μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων ροδάκινου κατά την εμπορική περίοδο 2025/2026, σε σύγκριση με την περίοδο 2024/2025, αποτυπώθηκαν στα οικονομικά αποτελέσματα της Venus Growers. Το 2025 ο κύκλος εργασιών της συνεταιριστικής βιομηχανίας διαμορφώθηκε στα 104,051 εκατ. ευρώ, έναντι 115,562 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ μειώθηκαν αισθητά τόσο τα λειτουργικά αποτελέσματα όσο και το αποτέλεσμα προ φόρων.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο κύκλος εργασιών υποχώρησε κατά περίπου 10 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, ενώ η κερδοφορία δέχθηκε ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Καθώς το εννεάμηνο του 2026 αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια της προηγούμενης εμπορικής περιόδου, η εικόνα δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά και η φετινή χρήση αναμένεται να κλείσει με μείωση του κύκλου εργασιών.
Τα οικονομικά μεγέθη της τετραετίας
Ο κύκλος εργασιών της Venus Growers ανήλθε σε 104,051 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 115,562 εκατ. ευρώ το 2024, 110,077 εκατ. ευρώ το 2023 και 96,511 εκατ. ευρώ το 2022.
Τα κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) διαμορφώθηκαν σε 9,228 εκατ. ευρώ το 2025, από 14,927 εκατ. ευρώ το 2024 και 11,070 εκατ. ευρώ το 2023, ενώ το 2022 είχαν ανέλθει σε 4,518 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, το αποτέλεσμα προ φόρων υποχώρησε στα 5,796 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 10,298 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ το 2023 είχε διαμορφωθεί στα 5,785 εκατ. ευρώ και το 2022 στα 201 χιλ. ευρώ.
Αναμονή για επένδυση 5 εκατ. ευρώ σε νέους ψυκτικούς θαλάμους
Παρά τις πιέσεις της αγοράς, η Venus Growers σχεδιάζει επένδυση ύψους 5 εκατ. ευρώ, η οποία βρίσκεται σε αναμονή έγκρισης για την υπαγωγή της στον Αναπτυξιακό Νόμο. Το επενδυτικό σχέδιο αφορά την κατασκευή νέων ψυκτικών θαλάμων, που αναμένεται να αυξήσουν την αποθηκευτική δυναμικότητα της επιχείρησης κατά 4.000 έως 5.000 τόνους, ενισχύοντας τις δυνατότητες διαχείρισης και αποθήκευσης της πρώτης ύλης.
- Με πληροφορίες από FnB Daily


